Στρατηγού Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα: Κριτική της παράστασης

γράφει η Ιφιγένεια Καφετζοπούλου
Τα Στρατηγού Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα είναι η  αλήθεια της ζωής του ίδιου του ήρωα, που θέλει να την ιστορήσει πάνω στο χαρτί. Με τα ελάχιστα κολλυβογράμματα που ξέρει, νιώθει επιτακτική την ανάγκη να μεταδώσει το ζωντανό κομμάτι της Ιστορίας στις γενιές που έρχονται.

«Ξέρετε πότε να λέγη ο καθείς ‘εγώ’; ‘Οταν αγωνιστή µόνος-του και φκειάση, ή χαλάση, να λέγη εγώ. Όταν όµως αγωνίζονται πολλοί και φκειάνουν, τότε να λένε ‘εµείς’. Είµαστε εις το ‘εµείς’ κι’ όχι εις το ‘εγώ’.

Κ’ εγώ έκαµα λάθη και κάνω άνθρωπος είµαι. Και πρέπει να γράφωνται και τα καλά µας και τα κακά µας».

Η μεταφορά στο «εδώ-τώρα». Η γέννηση του τρόμου

Τι συναισθήματα γεννά η συνειδητοποίηση πως ένα κείμενο που χρονολογείται 200 χρόνια πριν, φαντάζει να απευθύνεται ξεχωριστά στον εκάστοτε θεατή, σε όλους μαζί ως σύνολο, μα και παράλληλα ως υποσύνολο, ως σύμβολα-εκπρόσωποι μιας χώρας, μιας χώρας όμως που φαντάζει να έχει παραμείνει ίδια; Η κάθε πολιτική αιχμή του κειμένου, ο κατηγορητικός ή καταγγελλτικός λόγος, η πικρία, η απογοήτευση, η δυσανασχέτηση, η επιτακτική ανάγκη για αλλαγή, το αδιέξοδο, η αίσθηση πως βαδίζουμε στον γκρεμό.

Με ιδιαίτερη βαρύτητα τονίζεται η πολιτική-κομματική διαφθορά και ανευθυνότητα, η οποία παρουσιάζεται ως η κύρια αιτία του αδιέξοδου αυτού. Συνεπώς, το άκουσμα του κειμένου συντελεί στην πρόκληση αβίαστων και αναπόφευκτων δονήσεων στο θυμικό του θεατή, δονήσεις που εκκολάπτουν άμεσα τον «τρόμο». Τρόμος που προκαλείται από την συνειδητοποίηση αυτή της ομοιότητας, της αίσθησης πως το κείμενο απευθύνεται σε εμάς, της άμεσης αίσθησης του οικείου. Της οικειότητας που γεννά η αίσθηση πως οι κειμενικές περιγραφές αφορούν το «εδώ-τώρα» και όχι ένα απόμακρο «εκεί-άλλοτε».
Η παράσταση:

α) Η τροπικότητα της συνενοχής

Στην παράσταση κυριαρχεί και σαγηνεύει η μυστικιστική ατμόσφαιρα που δημιουργεί το ημίφως και κυρίως η παρουσία των κεριών, αλλά και τα ξύλινα σκηνικά αντικείμενα, που φέρουν την αύρα της εποχής. Ο θεατής είναι σα μυείται σε μια τροπικότητα συνενοχής, καθώς η δημιουργημένη ατμόσφαιρα υφαίνει έναν δεσμό, κατά τον οποίο γεννιούνται «ενεργειακές ώσεις» μιας παράνομης ανταρσίας, η οποία όμως αναμειγνύεται παράλληλα με μια ισχυρή δόση πικρίας, διότι τα ίδια αιτήματα για αλλαγή παραμένουν ενεργά κατά την διάρκεια μιας διακοσαετίας, συνεπώς η μακροχρόνια αυτή διάρκεια αναμονής μετουσιώνεται στο πλέον ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο του μάταιου χαρακτήρα της προσμονής.

β) Η αποζημίωση

Ιδιαίτερα επιτυχημένο στοιχείο της παράστασης αποτέλεσε η ζωντανή μουσική υπόκρουση από την Σύλβια Κουτρούλη . Η επιλογή του ταμπουρά και του πολίτικου λαούτου συντελούσαν στην δημιουργία ατμόσφαιρας μαγευτικής, η οποία ταξίδευε και αφόπλιζε τον θεατή. Η ερμηνεία του Θανάση Σαράντου παρόλο που εμπεριείχε υποκριτικές αδυναμίες, καθώς δημιουργούσε την εντύπωση πως περιέγραφε τον ρόλο, στο τέλος της παράστασης, την οποία σημαδεύουν τα εξής λόγια του Μακρυγιάννη: «Ξέρετε πότε να λέγη ο καθείς ‘εγώ’; ‘Οταν αγωνιστή µόνος-του και φκειάση, ή χαλάση, να λέγη εγώ. Όταν όµως αγωνίζονται πολλοί και φκειάνουν, τότε να λένε ‘εµείς’. Είµαστε εις το ‘εµείς’ κι’ όχι εις το ‘εγώ’», αποζημιώνει το κοινό.


Πηγή: https://artic.gr/apomnimon-makrigianni-kritiki/63534/