Συνέντευξη στην kulturosoupa


Ο Θανάσης Σαράντος μιλά στην «Κ» για τη παράσταση, «Ο Αμερικάνος» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

4/1/17

-Ποιοι ήταν οι λόγοι που σας έκαναν να επιλέξετε τον "Αμερικάνο" για να τον διασκευάσετε για το θέατρο;
Η παράσταση ξεκίνησε το 2009 σε ένα θεατράκι στο Μεταξουργείο της Αθήνας, στο Άλεκτον. Ήταν ένα πειραματικό, σκηνικό εγχείρημα πάνω στη συγκλονιστική γλώσσα του Παπαδιαμάντη για ένα ηθοποιό και ένα μουσικό χωρίς αλλαγή σκηνικών και κοστουμιών και με μοναδικά σκηνικά εργαλεία το παπαδιαμαντικό λόγο, τη μουσική από τον συνθέτη Λάμπρο Πηγούνη και τον φωτισμό.
Το συγκεκριμένο διήγημα προσφέρεται ως ένα "παιχνίδι" εναλλαγής όλων των ρόλων του διηγήματος από 1 ηθοποιό και σε 1 μόλις ώρα θα πρέπει να μεταφερθεί στον θεατή ο πλούτος της γλώσσας του Σκιαθίτη συγγραφέα και η ατμόσφαιρα του αριστουργηματικού διηγήματος με συνοδεία πιάνου που όμως παίζεται και ως σαντούρι προσδίδοντας ελληνικό ήχο ο οποίος συνάδει με τη ρέουσα παπαδιαμάντεια γλώσσα. Ήταν η πρώτη φορά που σκηνοθετούσα ένα καθαρά ελληνικό κείμενο και υπήρχε μια έμφυτη ανάγκη μου στην αρχή της κρίσης στον τόπο μας και η θερμή απήχηση του κοινού ήταν η καλύτερη ανταμοιβή στη προσπάθειά μας.

-Ποιες είναι οι δυσκολίες στην προσαρμογή ενός παπαδιαμαντικού έργου στο θέατρο;
Δεν υπάρχει καμία απολύτως διασκευή στο θεατρικό κείμενο. Έχουμε κρατήσει αυτούσιο το παπαδιαμαντικό κείμενο στην αυθεντική του μορφή όπως γράφτηκε για την εφημερίδα "Το Άστυ" τον Δεκέμβριο του 1891.
Φυσικά η μεγαλύτερη δυσκολία είναι η πιστή εκμάθηση του κειμένου αφού η γλώσσα του Παπαδιαμάντη έχει και μουσικότητα και ρυθμό που μεταφέρει στον ακροατή και τα πιο λεπτά συναισθήματα των ανθρώπων που περιγράφει. Νομίζω ότι μου πήρε περίπου 4 μήνες για να κατανοήσω και να αισθανθώ άνετα με το κείμενο.

-Πώς αντιλαμβάνεστε την περίφημη φράση του WITTGENSTEIN: "Τα όρια της γλώσσας μου ορίζουν τα όρια τού κόσμου μου"; Θεωρείτε ότι αντανακλάται αυτή η ρήση σε κάποια σημεία μέσα στο αφήγημα του Παπαδιαμάντη και στην περιγραφή της κατάστασης του ήρωα; Και αν ναι, πόσο επηρεάζει τη σκηνοθεσία της παράστασης και την ερμηνεία του κεντρικού χαρακτήρα;
Ναι φυσικά και αντανακλάται μέσα από τον κεντρικό ήρωα τον Γιάννη τον Μοθωνιό, τον Αμερικάνο του διηγήματος, ο οποίος ως μετανάστης επί 25 συνεχή χρόνια στην Αμερική- την τότε ονειρεμένη γη της Επαγγελίας- επιστρέφει μια παραμονή Χριστουγέννων στο γενέθλιο τόπο του, στη Σκιάθο αλλά δυσκολεύεται ν' αρθρώσει τη γλώσσα του την οποία πλέον έχει ξεχάσει, σκέφτεται πλέον σε μια ξένη γλώσσα : "...δύσκολο σ' εμένα να κάνω τωκ ρωμέικα..." λέει με συστολή στους ναυτικούς που συναντά στο καφενείο του Δημήτρη του Μπέρδε.
Βλέπουμε λοιπόν πως και σήμερα οι παγκόσμιες αγορές κατορθώνουν με μεθοδικό τρόπο να πλήττουν ανεπανόρθωτα τον πολιτισμό και την γλώσσα των λαών. Άλλωστε ο Κίσινγκερ έλεγε για τους Έλληνες : ¨«Πρέπει να πλήξουμε τους Έλληνες βαθιά στις πολιτισμικές τους ρίζες. Δηλαδή, να πλήξουμε τη γλώσσα, τη θρησκεία, τα πνευματικά και ιστορικά τους αποθέματα...".

-Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη είναι εμπόδιο ή είναι περισσότερο πλούτος, εύφορο έδαφος που μπορεί να εκμεταλλευτεί υποκριτικά ο ηθοποιός;
Η απαστράπτουσα γλώσσα του Σκιαθίτη συγγραφέα είναι τόσο πλούσια σε αισθήματα και σε λεπτές ψυχικές καταστάσεις που προσφέρεται ως θείο δώρο σ' ένα ηθοποιό. Άλλωστε και η δημώδης Σκιαθίτικη ντοπιολαλιά ή οι ξενόφερτες λέξεις που υπάρχουν με τούρκικη ή ιταλική ρίζα, μας υπενθυμίζουν συνεχώς το ταξίδι πολιτισμών σε αυτό το σταυροδρόμι που ονομάζεται Ελλάδα.

-Το έργο πραγματεύεται το θέμα της μοναξιάς που παραμένει πάντα τόσο επίκαιρο, όπως και της νοσταλγίας για ένα κόσμο και μια πραγματικότητα που έφυγε χωρίς γυρισμό. Θα ήθελα να μας μιλήσετε για λίγο επάνω σε αυτά.
Πόσοι και πόσοι άνθρωποι περνούν μόνοι τους αυτές τις γιορτινές μέρες και ειδικά με αυτές τις δύσκολες συνθήκες. Ο Παπαδιαμάντης έρχεται να μας θυμίσει πόσο σημαντικό ζήτημα είναι για τον άνθρωπο η αγάπη.
Ο κεντρικός ήρωας ο Γιάννης ο Μοθωνιός, είναι επιτέλους αποκατεστημένος μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς στη ξενιτιά αλλά του λείπει το Μελαχρώ, η αρραβωνιαστικιά που αναγκάστηκε ν' αφήσει πριν 25 χρόνια. Παίρνει την απόφαση να επιστρέψει ως άλλος Οδυσσέας στην Ιθάκη του, στην πατρίδα του, στη γλώσσα του, στον τόπο των παιδικών των χρόνων και των οικογενειακών αναμνήσεων.
"Ο Αμερικάνος" είναι μια τρυφερή ιστορία αγάπης και γίνεται βάλσαμο και ελπίδα στους σκληρούς καιρούς που ζούμε. Υπάρχει η αυθεντική χριστουγεννιάτικη μαγεία αφού στο τέλος υπάρχει νέα ζωή και ανάταση στη ψυχή των ηρώων του διηγήματος.

-Παίζει σημαντικό ρόλο η μουσική στο σύνολο του συγκεκριμένου θεάματος;
Η μουσική έρχεται να συμπληρώσει τη παπαδιαμαντική γλώσσα. Είναι συνεχής στη παράσταση. Υπάρχει μια αλλόκοτη χρήση του πιάνου που μεταμορφώνεται ως σαντούρι επί σκηνής. Στη φετινή εκδοχή της παράστασης η αυθεντική σύνθεση του Λάμπρου Πηγούνη αποδίδεται ζωντανά από τον ταλαντούχο νέο μουσικό Γιώργο Τζιαφέττα που μας έρχεται από την Θεσσαλονίκη.

-Μέσα στο συγκεκριμένο έργο (διήγημα και θεατρικό) μπορούμε να βρούμε αντανακλάσεις στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, όσον αφορά το ζήτημα της μετανάστευσης; Είναι γνωστό ότι πολλοί Έλληνες μεταναστεύουν τα τελευταία χρόνια.
Ο «Αμερικάνος» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη θα μπορούσε να είναι η ιστορία κάθε μετανάστη. Ίδια κι απαράλλαχτη με αμέτρητα προσωπικά και οικογενειακά δράματα, που γνώρισε η Ελλάδα εκείνης της εποχής – αλλά και κάθε εποχής. Αμέτρητοι ήταν οι νέοι που μπροστά στην αμείλικτη φτώχεια και την επιτακτική ανάγκη εγκατέλειψαν σπίτι, γονείς, αγαπημένες, αποφασίζοντας τη βουτιά στο άγνωστο: Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία – το όνομα που έπαιρνε ανάλογα με την περίσταση ο τελικός προορισμός, η ονειρεμένη «γη της Επαγγελίας».
 Ο «Αμερικάνος» του Παπαδιαμάντη δεν είναι παρά ο μετανάστης, απανταχού της γης. Δεν θίγεται όμως μόνο το ζήτημα της μετανάστευσης μέσα από κόσμο του κοσμοκαλόγερου Παπαδιαμάντη. Απόκοσμος από το γραφείο του στην Αθήνα τότε είχε απόλυτη επίγνωση για όλα τα ανθρώπινα ζητήματα που συνεχίζουν να μας απασχολούν και τώρα. Και για αυτό παραμένει επίκαιρος και ως σήμερα.

 -Με ποια κριτήρια έγινε η επιλογή των συγκεκριμένων σκηνικών;
Δεν υπάρχουν σκηνικά ούτε κοστούμια παρά μόνο μια ξύλινη βαλίτσα, ένα παλτό, ένα κασκόλ και μια τραγιάσκα. Όλος ο κόσμος του διηγήματος μεταδίδεται από έναν ηθοποιό και ένα μουσικό επί σκηνής και εδώ βρίσκεται το στοίχημα της παράστασης κάθε βραδιά με διαφορετικό κοινό εδω και πέντε χρόνια.
-Σας ευχαριστώ

http://www.kulturosupa.gr/index.php/interviews/thanasis-sarantos-amerikanos--17352/#.WHC3M1OLTcs

Συνέντευξη στο artplay



«Ο Μακρυγιάννης είναι ελπίδα στην ξεφτίλα που βιώνουμε»


Για μια «ιδιότυπη θεατρική αφήγηση από έναν αλαφροΐσκιωτο άστεγο, ξένο στον τόπο του» κάνει λόγο ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Θανάσης Σαράντος, γράφοντας στο artplay.gr για τα «Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη »

που παρουσιάζει Σάββατο και Κυριακή στις 6.30 το απόγευμα στο Θέατρο Αλκμήνη.
«Γιατί Μακρυγιάννης σήμερα ; Θα απαντήσω με ερώτηση , γιατί όχι Μακρυγιάννης σήμερα ;
Δεν είναι του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος οι σκέψεις ενός ανθρώπου που αγωνίζεται για μια καλύτερη ζωή, για μια ελεύθερη πατρίδα ;

Αλλά φυσικά η λέξη αυτή κατάντησε σχεδόν παρωχημένη ιδέα αφού και από την εποχή του οι κυβερνώντες ήταν υποτελείς σε ξένα συμφέροντα και καμώνονταν ότι υπηρετούσαν τα ελληνικά.

Γιατί Μακρυγιάννης σήμερα και όχι κάτι πιασάρικο με λίγο μεταμοντέρνα διάθεση;

Γιατί το ρίσκο μιας παραγωγής που δεν θα «σπρωχτεί» από τον τύπο που αναζητά πάντα το νέο που σχεδόν ταυτίζεται με το μιας χρήσης εύπεπτο καλλιτεχνικό προϊόν;

Μα στον Μακρυγιάννη υπάρχει μπέσα, ντομπροσύνη, γλέντι ακόμα και μετά από αιματηρές μάχες, πηχτό συναίσθημα, σοφία ζωής, αληθινή συγκίνηση, κατανόηση της ελληνικής ψυχής και της περιπέτειας της πατρίδας μας.

Δεν είναι αυτοί αρκετοί λόγοι για να ακουστεί η γνήσια , σπαρακτική γλώσσα των Απομνημονευμάτων, ως αντίδοτο στην οχλοβοή και το τέλμα της φτιαχτής κρίσης;

Ο αυτούσιος λόγος του αγωνιστή ακούγεται με μια ιδιότυπη θεατρική αφήγηση από έναν αλαφροΐσκιωτο άστεγο, ξένο στον τόπο του, με τη συνδρομή ενός μουσικού, του Στέλιου Βαρβέρη που παίζει επί σκηνής παραδοσιακά όργανα (ταμπουρά, ούτι, σάζι, πολίτικη λύρα κ.α.)

Γιατί λοιπόν Μακρυγιάννης σήμερα ; Γιατί ακούγεται σαν καθαρό νερό, γιατί είναι λύτρωση και ελπίδα στην ξεφτίλα που βιώνουμε σήμερα, γιατί όπως λέει : «…οι Έλληνες αρχή και τέλος είναι πάντοτε ολίγοι και όλα τα θερία πολεμάνε να μας φάνε αλλά τρώνε από εμάς και μένει και μαγιά…»

Θανάσης Σαράντος


REALTHESS

Φεβρουάριος 2017

1. Πριν λίγο καιρό ήσασταν πάλι εδώ με τον Αμερικάνο του Παπαδιαμάντη. Σήμερα με Μακρυγιάννη. Πόσο κατανοητή μπορεί να γίνει η δημώδης γλώσσα σήμερα;

Ο λόγος  του αγωνιστή Μακρυγιάννη είναι  γνήσιος, απλός και κοφτός  με κάποιες αρβανίτικες λέξεις  από το ρουμελιώτικο ιδίωμα.  Με αυτά τα λίγα «κολλυβογράμματα» όπως λέει και ο ίδιος, εξιστορεί τα πάθια και τους καημούς  του Έλληνα.  Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης αναφέρει :  «Ποτὲ δὲν ξανακούσαμε στὴν  Ἑλλάδα μία τόσο ἁδρὴ φωνή. Κι αὐτὸ δὲν εἶναι λαογραφία.  Ἡ φωνὴ τοῦ Μακρυγιάννη εἶναι ἕνας κλῶνος ἀπὸ τὸ στιβαρὸ δέντρο ποὺ ἔδωσε τὸν Ἐρωτόκριτο καὶ τὴ Θυσία τοῦ Ἀβραάμ και τὰ δημοτικά μας τραγούδια»


2. Έχουν ανάγκη από θεατροποίηση αυτά τα κείμενα; Τι σας ωθεί να τα «ανεβάσετε» στο σανίδι;

Υπάρχει ανάγκη ν’ ακουστούν ειδικά σήμερα και να διδαχτούμε από τις παθογένειες που ταλανίζουν τον τόπο μας από τότε μέχρι και σήμερα μήπως και κατανοήσουμε ότι επαναλαμβάνουμε τα ίδια και τα ίδια λάθη ως  λαός. Η αλήθεια και η ευθύτητα του λόγου του Μακρυγιάννη αποτελεί σίγουρα και ερέθισμα για έναν ηθοποιό  να μεταφερθεί στη θεατρική σκηνή.  Με αφορά πολύ η ματιά του για την Ελλάδα του τότε που θυμίζει την Ελλάδα του τώρα. Διαπιστώνει κανείς ότι 200 χρόνια σχεδόν μετά την Ελληνική Επανάσταση ακόμα σκλάβοι είμαστε. Απλά αλλάξαμε αφέντες, από τους Τούρκους στους δανειστές μας.


3. Γιατί λέτε ότι τα «Απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη» είναι μια παράσταση που πρέπει να δουν όλοι οι Έλληνες; Ποια είναι η διαχρονικότητα του λόγου του;

Παραθέτω  ως απάντηση ένα απόσπασμα από τα  διαχρονικά Απομνημονεύματα όπως ακούγονται στην παράσταση :

«…1833 Μαγίου 4, ἦρθα ἐδῶ εἰς Ἀθήνα.  Οἱ πολιτικοί μας καὶ οἱ ξένοι τρώγονταν καὶ καθένας κύταζε νὰ ῾περισκύση ἡ δική του φατρία. Ἄλλος τὸ ἤθελε Ἀγγλικόν, ἄλλος Ρούσσικον, ἄλλος Γαλλικόν.  .
Οἱ Ἀντιβασιλεῖς μας τήραγαν κι᾿ αὐτεῖνοι νὰ πάρουν κάνα λεπτό, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἧβραν ἁλώνι ν᾿ ἁλωνίσουν. Πιάσαν φατρίες μὲ τοὺς δικούς μας.
Και αφανίστη το δυστυχισμένο ταμείον, πήραμε και δάνεια από τους ξένους και θα σωθούμε εις αυτά…»


4. Όταν π.χ. μιλάτε για αυτούς που χαρακτηρίζουν «παρωχημένες εμμονές τα όσια και τα ιερά του λαού μας» σε ποιους αναφέρεστε;

Αναφέρομαι σε όλους εκείνους τους επικίνδυνους μεταπράτες , εγχώριους και ξένους, που επιβουλεύονται την εθνική μας συνείδηση, συνοχή και ταυτότητα, το πολιτιστικό μας παρελθόν, την πρόταση ζωής  που έχει κομίσει αυτός ο τόπος επί χιλιάδες χρόνια τώρα. Αναφέρομαι σε εκείνους που παρασύρουν και  βεβηλώνουν το παρελθόν μας  μιλώντας π.χ. για συνωστισμούς στην μικρασιατική καταστροφή , σε εκείνους που έχουν ξεχάσει την γενοκτονία των Ποντίων, σε εκείνους που αφαίρεσαν την Αντιγόνη του Σοφοκλή από τα ελληνικά σχολικά βιβλία, σε εκείνους  που ορκίστηκαν στο ξενόφερτο δόγμα ότι χωρίς εθνική ταυτότητα είναι και ευκολότερο το εθνικό ξεπούλημα, σε όλους εκείνους που μηχανεύτηκαν δολίως την στρατηγική του σοκ και δέους.


4. Μπορεί ο Μακρυγιάννης να μας δώσει δύναμη σήμερα; Να μας τονώσει το ηθικό σε μια Ελλάδα απονευρωμένη από την οικονομική κρίση;

Η εθνική απονεύρωση ήταν πρωτίστως ηθικής μορφής. Μετά ήρθε και η οικονομική κρίση δηλαδή το εθνικό ξεπούλημα. Ο Μακρυγιάννης  αποτελεί ύψιστο παράδειγμα ήθους για τους μεταγενέστερους γιατί δεν επαναπαύτηκε σε οφφίκια και θέσεις  μετά την απελευθέρωση  του τόπου από τους Τούρκους. Επαναστατούσε διαρκώς στην αδικία που έβλεπε γύρω του και γινόταν ενοχλητικός με τις παρεμβάσεις του και την οξεία κριτική  απέναντι στους δουλοπρεπείς Έλληνες πολιτικούς της εποχής του, που ξεπούλησαν όσα κέρδισαν με αίμα οι παλιοί αγωνιστές ειδικά την εποχής της  βαυαροκρατούμενης Ελλάδας  έπειτα από την δολοφονία του Καποδίστρια. Έζησε την άκρα αχαριστία και είχε τέλος πικρό, με τα μόνα παράσημα που θα του απονείμει η αγαπημένη του πατρίδα να είναι μια καταδίκη εις θάνατον και μερικές αγιάτρευτες πληγές, που θα τον στείλουν στον τάφο στα 67 του χρόνια. Του οφείλουμε πέρα από τους επαναστατικούς αγώνες ότι συντέλεσε να συνταχτεί το πρώτο Σύνταγμα της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843.


5. Πιστεύετε ότι αδικούμε την ιστορία μας;

Την ιστορία την ξέχασαν πρωτίστως εκείνοι που έχουν συμφέρον να μην την θυμίζουν. Ο λαός  όμως έχει την δική του ευθύνη να θυμάται τις ρίζες του. Δέντρο χωρίς βαθιές ρίζες δεν στέκεται στον δυνατό αέρα . Ο Μακρυγιάννης έρχεται για μας θυμίσει τους αγώνες του έθνους μας:

«…Πατρίς, νὰ μακαρίζης ὅλους τους Ἕλληνες, ὅτι θυσιάστηκαν διὰ σένα νὰ σ᾿ ἀναστήσουνε, νὰ ξαναειπωθῆς ἄλλη μίαν φορᾶ ἐλεύτερη πατρίδα, ὁποῦ ἤσουνε χαμένη καὶ σβυσμένη ἀπὸ τὸν κατάλογον τῶν ἐθνῶν…».


7. Φοβάστε για την Ελλάδα σήμερα ή αισιοδοξείτε;

Πιστεύω ότι δέκα χιλιάδες συνεχούς ιστορίας και ελληνικής γλώσσας είναι ένας καλός λόγος για να αισιοδοξώ όσο και αν διασπείρουν  τον φόβο για την εξαφάνισή μας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η Ελλάδα επιλέχθηκε ως πείραμα για αυτήν την «φτιαχτή» κρίση. Οι λόγοι είναι καθαρά συμβολικοί και για όλον τον υπόλοιπο πλανήτη αφού εδώ γεννήθηκε η Δημοκρατία. Φυσικά και η απανθρωποποίηση είναι ο υπέρτατος σκοπός της παγκοσμιοποίησης αλλά το χρήμα θα παραμένει μόνο χαρτί και όχι πραγματική ανθρώπινη αξία.


8. Τι είναι για εσάς καλό θέατρο; Το βλέπουμε στην Ελλάδα σήμερα;

Ας ξεκινήσω από το δεύτερο σκέλος της ερώτησής  σας. Ως επί το πλείστον το ελληνικό κοινό βλέπει κυρίως ανοησίες και ανοσιουργήματα  του χειρίστου είδους τα τελευταία χρόνια. Θα έλπιζε κανείς ότι θα υπάρξει μια σθεναρή αντίδραση από τους Έλληνες καλλιτέχνες για ό, τι συμβαίνει γύρω μας. Τουναντίον το κοινό παρακολουθεί ανούσιους μεταμοντέρνους πειραματισμούς με τα κλασσικά κείμενα που προσπαθούν ν’ αποστραγγίσουν την πολιτική τους  ουσία  μέχρι το μεδούλι. Ας δούμε για παράδειγμα τί παίζεται κάθε χρόνο στην Επίδαυρο. Αριστοφάνης χωρίς την πολιτική του ματιά. Αισχύλος που κατάντησε να  παίζεται περίπου ως μπουλβάρ αλλά θεωρείται ως η μέγιστη «καλλιτεχνική άποψη» από πληρωμένους  κονδυλοφόρους.  Προσπαθούν  να σταματήσουν τον κόσμο να πηγαίνει στο θέατρο; Ευτυχώς υπάρχουν και κάποιοι καλλιτέχνες που αντιστέκονται σε αυτή την παρακμή. Αναφέρω μόνο τον  δάσκαλο Ηλία Λογοθέτη με «το Αμάρτημα της Μητρός μου» του Βιζυηνού, τον Τάκη Χρυσικάκο με την φωτεινή του δουλειά στον Καζαντζάκη.  Το κοινό φαίνεται να διψά ακόμα για την αλήθεια των μεγάλων κειμένων όταν αυτά να μεταδίδονται με όλη τους την ουσία.


9. Πως επιβιώνει ένας ηθοποιός στο ελεύθερο θέατρο σήμερα; (εμπειρία)

Είχα την χαρά τελικά  να μην επιχορηγηθώ από το ελληνικό κράτος σχεδόν ποτέ για παράστασή μου.  Αυτό με έκανε να δουλεύω ουσιαστικά και να συντηρείται η ομάδα «ηθικόν ακμαιότατον» αποκλειστικά από το εισιτήριο του απλού θεατή. Έχουμε μάθει φυσικά να στερούμαστε ακόμα και τα βασικά  για την ομάδα μας. Δεν έχουμε ούτε καν ένα μικρό χώρο  για πρόβες. Τα πάντα γίνονται χειρωνακτικά αλλά με κέφι και όρεξη. Η επιβίωση φυσικά  είναι τρομακτικά δύσκολη αλλά πιστεύω πάντα ότι υπάρχει πάντα και κάποιο κοινό που μας στηρίζει. Το έχει αποδείξει η ενασχόλησή μας με τον Παπαδιαμάντη και την παράσταση «Ο Αμερικάνος» που παίζεται με μεγάλη επιτυχία επί 7 συνεχή χρόνια σε όλη σχεδόν την Ελλάδα.


10. Ποιο «μεγάλο κείμενο» είναι στα σχέδιά σας;

Θα ήθελα να ασχοληθώ με τον Γεώργιο Βιζυηνό και με το διήγημά του «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου».